Σαγκάη
Ο κόσμος παρακολουθεί την Κίνα τα τελευταία 40 χρόνια, με ανάμικτα συναισθήματα που ξεκινούν από την περιφρόνηση και την ανησυχία και φθάνουν μέχρι τον φόβο, τον φθόνο και τον θαυμασμό . Τον περασμένο μήνα, τα μεγαλύτερα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Δύσης: «TIME», «Le Monde» και «Der Spiegel» επέλεξαν κινεζικούς χαρακτήρες ή Πινγίν (pinyin) σε πρωτοσέλιδους τίτλους τους για την Κίνα γράφοντας για την ανερχόμενη δύναμη ή τον Γίγαντα που ξύπνησε!

Για τον «Der Spiegel» που χρησιμοποίησε το «xing lai» (ξυπνάει) ως τίτλο για το άρθρο του «Ο Γίγαντας ξυπνάει»- «The Giant Awakening» - το ταξίδι του Τραμπ στην Ασία και η επίσκεψη στον Πεκίνο δεν ήταν παρά μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία για να παραδώσει την ηγεσία του κόσμου. Ο «Der Spiegel» προέτρεψε τη Δύση να ξυπνήσει το συντομότερο δυνατό και να απαντήσει ενωμένα σε μια ανερχόμενη Κίνα.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, το γερμανικό περιοδικό αναγνώρισε ότι η Κίνα έχει πετύχει αξιοσημείωτα επιτεύγματα σε πολλά μέτωπα. Ωστόσο, αυτά τα επιτεύγματα ερμηνεύτηκαν ως απειλές για τη Δύση, μια άλλη εκδοχή της θεωρίας «περί απειλής εξ ανατολών».

Όταν τα δυτικά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά την θεωρία «της κινεζικής απειλής» στην προπαγάνδα τους δεν πίστευαν ότι η Κίνα θα αναπτυσσόταν τόσο γρήγορα. Τώρα όμως βλέπουν μια όλο και ισχυρότερη Κίνα να έχει περάσει το όριο μιας υπερδύναμης και να ξεπερνά τη Δύση σε πολλά μέτωπα, όπως η πολιτική, η οικονομία, η τεχνολογία και ο πολιτισμός.

Ο «Der Spiegel» εμφανίζει ένα μυστηριώδες δίπολο όπου πιστεύει ότι η Κίνα και η Δύση θα ανταγωνίζονται πάντα ο ένας τον άλλον.

Ορισμένες δυτικές ελίτ μετακινούνται διαρκώς μεταξύ της θεωρίας της «κατάρρευσης της Κίνας» και της θεωρίας «της κινεζικής απειλής» αλλά αποτυγχάνουν να προβλέψουν τις εξελίξεις τόσο στην πολιτική όσο και την οικονομία. Για παράδειγμα το 1995 μιλούσαν για την αδυναμία της Κίνας να θρέψει τον πληθυσμό της και την τεράστια ζήτηση τροφίμων που θα εξαντλήσει την παγκόσμια προσφορά. Κι όμως η Κίνα όχι μόνον έθρεψε τον πληθυσμό της, αλλά τροφοδότησε με εξαγωγές τον υπόλοιπο κόσμο με πάνω από 30% συνεισφορά στην τρέχουσα παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.

Δεν υπάρχει, άλλωστε, προηγούμενο τόσο γρήγορης ανάδυσης μιας νέας παγκόσμιας δύναμης - με μόνη πιθανή εξαίρεση τη Γερμανία μετά τον Μπίσμαρκ. Το 1978, όταν ξεκινούσαν οι μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, η Κίνα αντιπροσώπευε λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου εμπορίου.

Σήμερα, βρίσκεται στην πρώτη θέση, καλύπτοντας το 25%. Παρά μια φυσιολογική επιβράδυνση, οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν τριπλάσιοι της Δύσης και μέχρι το 2050 η Κίνα αναμένεται να αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Επιπλέον διαψεύστηκαν αυτοί που μιλούσαν για μια «μη βιώσιμη οικονομία» στην Κίνα, επειδή δεν ακολουθεί το δυτικό πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι σχεδόν καμία χώρα που ανέλαβε τις μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν οι δυτικές ελίτ μπόρεσε να αναπτυχθεί και να ανακάμψει. Οι χώρες αυτές υπέστησαν οπισθοδρομήσεις ή έφτασαν στο χείλος της κατάρρευσης. Ακόμα και η Δύση έχει, πλέον, συνειδητοποιήσει ότι το σύστημά της δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ευημερία και ότι ο καπιταλισμός της καταρρέει από την διογκούμενη ανισότητα, στην οποία άλλωστε και εδράζεται.

Η βιομηχανική πολιτική της Κίνας αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα πιο αποτελεσματική και συνδυάζει τέσσερις παράγοντες: την τεχνολογία που προέρχεται από το εξωτερικό, τις δυνατότητες της εγχώριας βιομηχανίας της, την τεράστια ζήτηση της αγοράς της και το κυβερνητικό χρήμα.Η Κίνα έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να παράγει καλά προϊόντα φθηνότερα από τους άλλους. Οι τιμές για τηλεοράσεις, σε σχέση με την ποιότητα, έπεσαν κατά 90% στα 15 χρόνια από την είσοδο της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Το μερίδιο των παγκόσμιων εξαγωγών της Κίνας σκαρφάλωσε στο 14%, το μεγαλύτερο που έχει πετύχει κάθε άλλη χώρα από την Αμερική το 1968.

Η Δύση, όμως, είναι απρόθυμη να δει μια όλο και πιο σίγουρη Κίνα να ακολουθεί πορεία ανάπτυξης και επέκτασης όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στη γεωπολιτική. Ως εκ τούτου, η φωνή του «ποιος θα πολεμήσει ενάντια στην Κίνα» γίνεται ολοένα και πιο έντονη στα δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Όλες οι ελπίδες έχουν εναποτεθεί, εδώ και χρόνια, στις ΗΠΑ και τον πρόεδρό τους.

Ωστόσο, ο Τραμπ με την σκέψη του «Πρώτα η Αμερική»- «America First»- φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για τα κελεύσματα των δυτικών ελίτ.

Προκειμένου, λοιπόν, να τον στρέψουν στον αγώνα ενάντια στην Κίνα, απεικόνισαν την ανάπτυξη και τη δύναμη της Κίνας ως απειλή για τη Δύση, φυσικά και τις ΗΠΑ, αποδίδοντας νέες έννοιες και προθέσεις στην αναβαθμισμένη θεωρία της «κινεζικής απειλής».

Όμως οδηγούν με αυτόν τον τρόπο σε αναμέτρηση μια υπερδύναμη σε υποχώρηση όπως είναι οι ΗΠΑ με μια άλλη που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη.

Αν η ιστορία έχει δίκιο, η Δύση πρέπει να θυμηθεί τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη που προέβλεψε, αιώνες πριν, την άνοδο της Κίνας και προειδοποίησε τους Βρετανούς απεσταλμένους να μην κατακτήσουν τη χώρα αλλά να αναζητήσουν αμοιβαίο όφελος.

Πολύ αργότερα, ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Χέλμουτ Σμιτ, προειδοποίησε επίσης ότι η Δύση δεν είχε το δικαίωμα να κατηγορήσει την Κίνα ότι ακολούθησε τον δικό της δρόμο. Αντί αυτού, ζήτησε να δείξει σεβασμό για αυτόν τον αρχαίο πολιτισμό και τις σύγχρονες μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξή του.

Το λάθος στην αξιολόγηση της Κίνας βάζει τη Δύση μέσα σε μια ιδεολογική παγίδα, αφού προσπαθεί να εμποδίσει την ανάπτυξη της Κίνας ενώ μπορεί να επωφεληθεί από αυτήν. Μπορεί να πετύχει μια προσωρινή οπισθοδρόμηση στο ρυθμό ανάπτυξης της Κίνας, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει τη γενική κατεύθυνση της ανάπτυξης.

Η νέα έκδοση της θεωρίας της «κινεζικής απειλής» έχει ως στόχο να προκαλέσει προβλήματα και να οδηγήσει την Κίνα και τις ΗΠΑ σε μια πορεία σύγκρουσης. Αν αυτή η συνωμοσία πετύχει, ο κόσμος θα βυθιστεί στο χάος.