δρόμος του μεταξιού
Οι εξελίξεις που σφράγισαν την πραγματοποίηση του 19ου συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, το οποίο γίνεται κάθε πενταετία, και επικυρώνει την στελέχωση της ηγεσίας, καθώς και το πλάνο πολιτικής του κινέζικου κράτους, πέρασαν στα ψιλά του ελληνικού τύπου. Απόρροια και αυτό ενός κυρίαρχου «ευρωεπαρχιωτισμού» που προβάλει ως «διεθνή» μόνον ό,τι γίνεται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Ωστόσο την ίδια στιγμή που στην επικαιρότητα της γηραιάς ηπείρου κυριαρχούν ειδήσεις που καταδεικνύουν το «φθινόπωρο» της παγκόσμιας ευρωπαϊκής ισχύος --η κρίση στην Καταλονία, το έλλειμμα νομιμοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής τάξης, η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ενότητας από τους ίδιους τους λαούς της Ε.Ε. κ.ο.κ., οι εξελίξεις στην Κίνα μαρτυρούν μια νέα αυτοπεποίθηση, καθώς μια πανίσχυρη ηγεσία θέτει το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας σε τροχιά εγκαθίδρυσης ενός «σινοκεντρικού» οικονομικού συστήματος το οποίο φιλοδοξεί να αναδιοργανώσει... όλη την ευρασιατική ήπειρο!

Το «σχέδιο» περιγράφεται ως εξής: Η Κίνα φιλοδοξεί να μετασχηματίσει την οικονομία της προκειμένου να αποφύγει την «παγίδα στασιμότητας» που ενίοτε χαρακτηρίζει τις μεσαίου εισοδήματος αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες αδυνατούν να αναπτυχθούν περαιτέρω στο πλαίσιο του δοσμένου παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, που τις θέλει να παίζουν ρόλο τροφοδότη φτηνών βιομηχανικών προϊόντων στις προεξάρχουσες δυτικές οικονομίες.

Καθώς οι τελευταίες τείνουν να παρακρατήσουν για τον εαυτό τους τις υψηλές τεχνολογίες, οι βιομηχανικές χώρες μεσαίου εισοδήματος εγκλωβίζονται στον εξαγωγικό τους ρόλο, κι έτσι το εισόδημά τους παραμένει στάσιμο, αποτρέποντας τους να υιοθετήσουν πολιτικές τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης. Η αναδιανομή του εισοδήματος μπλοκάρεται, οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν, κι έτσι η οικονομία των χωρών αυτών μετεωρίζεται σε μια μετάβαση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, καθώς περαιτέρω αναβάθμιση στην παγκόσμια αλυσίδα της αξίας αναστέλλεται. Αυτόν τον κίνδυνο αντιμετωπίζει η Κίνα, αν και δεν ευθύνονται μόνον τα όρια που θέτει ο ίδιος ο παγκόσμιος καταμερισμός, αλλά και ο οικολογικός παράγοντας.

Με τις αποφάσεις του 19ου συνεδρίου, ο παντοδύναμος σήμερα πρόεδρος Ζι -το όνομα του οποίου πλέον αναγράφεται ρητώς στο Σύνταγμα δίπλα σε εκείνο του προέδρου Μάο- φιλοδοξεί να ανατρέψει αυτήν την κατάσταση.

Τρεις είναι οι γενικοί άξονες πολιτικής βάσει των οποίων το κινέζικο κράτος θα επιδιώξει κάτι τέτοιο: Η δημιουργία ενός εναλλακτικού διεθνούς καταμερισμού εργασίας, υπό το πασίγνωστο και κολοσσιαίο επενδυτικό σχέδιο του «νέου δρόμου του Μεταξιού»· ένα πλέγμα πολιτικών που αποσκοπεί στο να αμφισβητήσει το δυτικό μονοπώλιο στις υψηλές τεχνολογίες· ένα έτερο πλέγμα, που θέλει να αντιμετωπίσει τις ίδιες τις 'αντιφάσεις της ανάπτυξης' στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή τις τεράστιες χωροταξικές ανισορροπίες μεταξύ των παραλίων και της ενδοχώρας, τις τεράστιες κοινωνικές ανισορροπίες στο εσωτερικό των μεγάλων πόλεων, καθώς και το σοβαρό οικολογικό ζήτημα που προκάλεσε ο τριαντακονταετής κύκλος του «κινέζικου θαύματος».

Οι δυο πρώτες πρωτοβουλίες συνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται στενά:

Με τον «νέο δρόμο του Μεταξιού», που στην πραγματικότητα είναι πολλοί, θαλάσσιοι και χερσαίοι, η κινέζικη οικονομία σχεδιάζει να δώσει μια διέξοδο στο υπερπλεόνασμα κεφαλαίου που έχει συσσωρεύσει όντας το «εργαστήρι του κόσμου» επενδύοντας εκατοντάδες δισ. δολάρια σε έργα υποδομών, και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα πλέγμα οικονομικής αλληλεξάρτησης κυρίως με τις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ασίας, έτσι ώστε να μεταμορφωθεί σε χώρα εξαγωγέα-κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και τεχνολογιών, δένοντας στο δικό της άρμα νεοανερχόμενες οικονομίες μεσαίου εισοδήματος.

Λίγο ως πολύ, δηλαδή, φιλοδοξεί να εγκαθιδρύσει ένα δεύτερο οικονομικό κέντρο στον πλανήτη, δημιουργώντας μια παράλληλη της δυτικής «οικονομία-κόσμο». Ένα σχέδιο που εκσυγχρονίζει την παράδοση του μεσαιωνικού συστήματος διεθνών συναλλαγών που είχε εγκαθιδρύσει η 'αυτοκρατορία του κέντρου' στην Νοτιοανατολική Ασία, και το οποίο άκμασε υπό την δυναστεία των Μινγκ.

Μετά έρχεται το ζητούμενο 'τεχνολογικό άλμα'. Η Κίνα επιδιώκει να πρωτοστατήσει στις αιχμές της εφαρμοσμένης τεχνολογίας, παραδίδοντας μάλιστα την πρωτοβουλία της 'νέας οικονομίας' στις ιδιωτικές επιχειρήσεις -με σκοπό συν τοις άλλοις να αντιμετωπίζει και την τεράστια διαφθορά, ενδημική σε κρατικιστικά, γραφειοκρατικά μοντέλα. Στόχος, η ανάπτυξη ενός υβριδικού μοντέλου «κρατικά σχεδιαζόμενης και ελεγχόμενης οικονομίας της αγοράς», όπου η αυτονομία του ιδιωτικού τομέα σχετικοποιείται καθώς το κόμμα προχωράει στην... οργανωτική του επέκταση εντός των επιχειρήσεων, μια τάση που είναι ήδη σήμερα εμφανής: Σύμφωνα με το Bloomberg, μεταξύ των 2,7 εκατομμυρίων ιδιωτικών επιχειρήσεων που υπάρχουν σήμερα στην χώρα, το 67,9% από αυτές διατηρεί στο εσωτερικό τους μια κομματική οργάνωση βάσης, που σύμφωνα με την νέα θεωρία αναλαμβάνει ρόλο... 'επιχειρηματικής πρωτοπορίας' (!) -κι αυτό πριν η αυτή η ιδιότυπη συγχώνευση κράτους και οικονομίας της αγοράς γίνει στόχος πρώτης προτεραιότητας για την κινέζικη πολιτική.

Τέλος, είναι η ρητή δέσμευση του Προέδρου Ζι, στην βελτίωση της ποιότητας ζωής στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή στην αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης, στην άμβλυνση των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων, την αντιμετώπιση της κρίσης στο επίπεδο των προτύπων και των αξιών που προκάλεσε μια ορισμένη δυτικοποίηση της κινέζικης κοινωνίας, ως απόρροια του αναπτυξιακού της άλματος: Προς υλοποίηση όλων αυτών έχουν εξαγγελθεί πολιτικές τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης, στροφής στην 'πράσινη οικονομία', ειδικές πολιτικές αποκέντρωσης που ενθαρρύνουν την «οικονομική βιοποικιλότητα» μέσω της ταυτόχρονης ανάπτυξης πόλεων και υπαίθρου, καθώς και εκστρατείες «πολιτιστικής αναζωογόνησης».

Οι γενικοί στόχοι αυτής της προσπάθειας, παρουσιάζονται σε ένα πλάνο που θέλει την Κίνα να πετυχαίνει μέχρι το 2020 το στάτους μιας 'ευημερεύουσας χώρας', να τεθεί μέχρι το 2035 στην πρώτη γραμμή των χωρών που παράγουν τεχνολογίες αιχμής, και να αμφισβητήσει μέχρι το 2050 την αμερικάνικη στρατιωτική πρωτοκαθεδρία.

Αυτά, βέβαια, αποτελούν αποφάσεις του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος, και άξονες μακρόπνοων πολιτικών σχεδίων, που ακολουθούν την μακραίωνη παράδοση μανδαρινισμού που χαρακτηρίζει την ιστορία του πιο παλιού έθνους-κράτους στον κόσμο, και όχι πραγματικότητα. Μπορεί μεν να εντυπωσιάζει η νέα κινέζικη αυτοπεποίθηση, καθώς και τυπικά πλέον, με αποφάσεις των κορυφαίων οργάνων διακυβέρνησης, εγκαταλείπεται η 'γραμμή άμυνας' στην Δύση που επιλέχθηκε μετά τους εσωτερικούς κλυδωνισμούς από την εξέγερση της Πλατείας Τιεν Ανμέν, και την επιδείνωση του γεωπολιτικού τοπίου, έπειτα από την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ.