
Το κοριτσάκι από τη Συρία πίνει το τσάι του σε προσφυγικό καταυλισμό, στην ιορδανική πλευρά των συνόρων
Παράλληλα με τους εθνικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών για τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος, μαίνεται ο ακήρυκτος «πόλεμος των λέξεων». Οτιδήποτε άλλο παρά αθώες, οι διακρίσεις ανάμεσα σε «οικονομικούς μετανάστες» και «πρόσφυγες», όπως και μεταξύ «παράνομων», «παράτυπων» και «νόμιμων» μεταναστών αποκτούν πολιτικό φορτίο, ηλεκτρίζοντας τις δημόσιες αντιπαραθέσεις σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Τον περασμένο μήνα, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις όταν μίλησε για «σμήνη» μεταναστών που διασχίζουν τη Μάγχη.
Η αντιπολίτευση του υπενθύμισε ότι μιλάει για ανθρώπους, όχι για έντομα. Η ξενοφοβική Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία και το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων στην Πολωνία κάνουν λόγο για «παράνομους», για να εισπράξουν έντονη κριτική από κοινωνικές οργανώσεις, οι οποίες τονίζουν ότι παρόμοια φρασεολογία συνδέει απελπισμένους ανθρώπους με συνειρμούς περί εγκληματικότητας.
Η καθιερωμένη, διεθνώς, διάκριση ορίζει ως πρόσφυγες εκείνους που αναζητούν άσυλο στο εξωτερικό, αντιμετωπίζοντας πολέμους, διωγμούς ή φυσικές καταστροφές στις χώρες τους και ως μετανάστες όσους τις εγκαταλείπουν σε αναζήτηση καλύτερης οικονομικής τύχης. Στους πρώτους αναγνωρίζεται, τουλάχιστον θεωρητικά, το δικαίωμα του ασύλου, ενώ οι δεύτεροι επαναπροωθούνται στις χώρες καταγωγής τους εάν δεν έχουν τα απαραίτητα έγγραφα. Πολλοί αμφισβητούν, ωστόσο, κατά πόσο η διάκριση αυτή έχει πραγματική βάση, υποστηρίζοντας ότι και η άμεση απειλή θανάτου από πείνα και επιδημίες συνιστά ανωτέρα βία.
«Είναι εξαιρετικά επικίνδυνη η θέση ότι όσοι δεν είναι πρόσφυγες πρέπει να επιστρέψουν στη χώρα τους» τονίζει ο Λέοναρντ Ντόιλ από τη Διεθνή Οργάνωση Μετανάστευσης. «
Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί μια γυναίκα θα πάρει τα παιδιά της ένα πρωί, θα διασχίσει μια έρημο, θα περάσει από φουρτουνιασμένες θάλασσες και θα αντιμετωπίσει τα δακρυγόνα της αστυνομίας. Ωστόσο, αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θα έπρεπε να απαντήσουμε», σημειώνει η Ελιζαμπέτ Βαλέ, ειδική σε θέματα μετανάστευσης στο πανεπιστήμιο του Κεμπέκ και προσθέτει: «Η γλώσσα είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο στα χέρια ακροδεξιών πολιτικών, όπως του γαλλικού Εθνικού Μετώπου που μιλάει για μεταναστευτικό κίνδυνο. Πίσω από τον όρο μετανάστης, εξαφανίζεται ο άνθρωπος».
Σχόλιο: Ναι, η γλώσσα είναι ισχυρό εργαλείο. Και χρησιμοποιόντας το μπορούμε να σταθούμε δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους και να τους υπερασπιστούμε λέγοντας την αλήθεια για το λόγο της προσφυγιάς τους, όπως
τόσο εύστοχα τα κατάφερε ο Andre Vltchek:
Οι περισσότεροι ευρωπαίοι πολίτες είναι εντελώς αμετανόητοι. Πολύ λίγοι από αυτούς είναι ικανοί να διακρίνουν τον συσχετισμό μεταξύ της ευπορίας στην ήπειρο τους, τις εκατοντάδες χιλιάδες καταστραμμένες ζωές ανά την υφήλιο, και αυτό το πρόσφατο κύμα μεταναστών.
[...]
Δεν είναι μόνο αυτά που βλέπεις στην Ευρώπη - αυτήν την κορυφή του παγόβουνου, το μικροσκοπικό τμήμα δυστυχίας που κατάφερε να αποβιβαστεί στις ιταλικές, τις ελληνικές και τις μαλτέζικες ακτές.
Ο κόσμος βρίσκεται εν κινήσει. Εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί.
Η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων είναι αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω του πολιτικού και οικονομικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.
Οι Σύριοι, οι Λίβυοι, οι Ιρακινοί και οι Αφγανοί είδαν τις χώρες τους να καταστρέφονται εντελώς από τους βομβαρδισμούς γιατί προσπάθησαν να ταΐσουν, να στεγάσουν και να εκπαιδεύσουν τους ανθρώπους τους. Από την άποψη της Αυτοκρατορίας αυτό ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα, καθώς όλοι οι πόροι πρέπει να διατίθενται για την τροφοδότηση των Δυτικών επιχειρήσεων, των τραπεζών και των στρατιωτικών συγκροτημάτων.
Οι Ερυθραίοι αποδυναμώθηκαν από κυρώσεις και εμπάργκο αμέσως μετά τον μακρύ απελευθερωτικό τους πόλεμο. Δέκα εκατομμύρια άνθρωποι στο Κονγκό έχασαν τη ζωή τους από το 1995, σφαγιάστηκαν από τους συμμάχους της Δύσης, τη Ρουάντα και την Ουγκάντα, έτσι ώστε η Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι να μπορούν να απολαμβάνουν την ελεύθερη και τζάμπα ροή ουρανίου και κολτανίου. Οι πολίτες του Κονγκό τώρα προσπαθούν να ξεφύγουν από την αδιανόητη φρίκη που ζουν στη χώρα τους. Πολλοί Σομαλοί προσπαθούν να ξεφύγουν αφού η Ουάσινγκτον αποσταθεροποίησε τη χώρα τους, μετά από την εισβολή της Κένυας στα δυτικά τμήματα της χώρας με άμεση εντολή από τη Δύση και καθότι η ΕΕ αδειάζει τα τοξικά απόβλητα της στις όχθες της χώρας τους.
Ακόμα κι οι δοκιμασίες των Ροχίνγκια της Μιανμάρ (πρώην Μπούρμα ή Βιρμανία) αποδίδεται στην τερατώδη βρετανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» στην Ασία.
Εδώ και αιώνες η Δύση εξακολουθεί να ανατρέπει προοδευτικές κυβερνήσεις τη μια μετά την άλλη, δολοφονώντας σπουδαίους πολιτικούς ηγέτες όπως τον Πατρίς Λουμούμπα, εξαφανίζοντας κάθε προσπάθεια δημιουργίας αξιοπρεπών, σοσιαλιστικών κοινωνιών.
Και μετά λένε: «Αυτοί οι νέγροι δεν μπορούν να κυβερνήσουν τη δική τους χώρα... το μόνο που θέλουν είναι να έρθουν εδώ να μας κλέψουν τις δουλειές και να μας στραγγίσουν τα κοινωνικά συστήματα».
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αν άφηναν στην ησυχία τους αυτές τις χώρες που τώρα αιμορραγούν εκατομμύρια δικούς τους ανθρώπους, που «εξάγουν πρόσφυγες», θα ήταν πιθανότατα όσο εύπορες ή ακόμα και πιο εύπορες από τη Δύση. Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν, το Ιράκ, την Συρία και τη Λιβύη, ίσως ακόμα το Κονγκό και την Ινδονησία.
Η συνεχής «κρίση προσφύγων» δεν είναι ένα «πρόβλημα το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρώπη». Η Ευρώπη η ίδια δημιουργεί αυτή την κρίση. Η Ευρώπη δεν «αντιμετωπίζει» τίποτα. Όπως πάντα εξαπατά, ψεύδεται και υπολογίζει σεντς, αφού έχει κατακλέψει δισεκατομμύρια. Όσοι δεν το βλέπουν είναι είτε τυφλοί ή προϊδεασμένοι, ή εναλλακτικά, πληρωμένοι για να κάνουν τα στραβά μάτια.
Σχόλιο: Ναι, η γλώσσα είναι ισχυρό εργαλείο. Και χρησιμοποιόντας το μπορούμε να σταθούμε δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους και να τους υπερασπιστούμε λέγοντας την αλήθεια για το λόγο της προσφυγιάς τους, όπως τόσο εύστοχα τα κατάφερε ο Andre Vltchek: