
Βέβαιος για την επικείμενη απαλλαγή του, ο Τραμπ εμφανίστηκε απελευθερωμένος, ύστερα από 133 ημέρες πολιτικής ομηρίας, στην πανηγυρική ομιλία του για την «Κατάσταση της Ενωσης» ενώπιον του Κογκρέσου, την περασμένη Τρίτη. Χωρίς να αναφέρει ούτε μία φορά τη λέξη «παραπομπή», χάραξε τις αδρές γραμμές της εκστρατείας για την επανεκλογή του στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Αν στην τελετή της ορκωμοσίας του, πριν από τρία χρόνια, διεκτραγωδούσε τη «Μεγάλη Αμερικανική Σφαγή», παρουσιάζοντας μια έκπτωτη υπερδύναμη, χλεύη των αντιπάλων της, γεμάτη ανεργία, εγκληματικότητα και ορδές μεταναστών, τώρα πανηγύριζε αυτάρεσκα τη «Μεγάλη Επιστροφή της Αμερικής», ωσάν να είχε μεταμορφώσει τα πάντα στο πέρασμά του με το μαγικό του ραβδί.
Γεγονός είναι ότι, αν πιστέψουμε τις επίσημες στατιστικές και τις δημοσκοπήσεις, η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και η αισιοδοξία των περισσότερων νοικοκυριών για τις οικονομικές προοπτικές τους επιτρέπουν στον Τραμπ να βλέπει με ρόδινα χρώματα τη μαραθώνια προεδρική αναμέτρηση, που άρχισε και επίσημα με τις πρώτες προκριματικές εκλογές των δύο κομμάτων, την περασμένη Δευτέρα. Τον τελευταίο αιώνα, μόνο τέσσερις Αμερικανοί πρόεδροι (Χέρμπερτ Χούβερ, Τζέραλντ Φορντ, Τζίμι Κάρτερ και Τζορτζ Μπους πρεσβύτερος) απέτυχαν να επανεκλεγούν. Και οι τέσσερις έδωσαν τη μάχη σε ολισθηρό, ανηφορικό έδαφος λόγω σοβαρής οικονομικής ύφεσης. Το γνωστό σύνθημα συμβούλου του Μπιλ Κλίντον στις εκλογές του 1992 «The economy, stupid» ηχεί δυσοίωνο σήμερα στα αυτιά των Δημοκρατικών. Η θεατρική χειρονομία της προέδρου της Βουλής Νάνσι Πελόσι να σχίσει μπροστά στις κάμερες αντίγραφο της ομιλίας Τραμπ ακτινοβολούσε περισσότερο σπασμωδικότητα, παρά αποφασιστικότητα.
Το αυτογκόλ
Την προηγούμενη ημέρα, οι Δημοκρατικοί είχαν ξεκινήσει τις προκριματικές εκλογές για το προεδρικό χρίσμα με ένα ουρανόπεμπτο για τον Τραμπ αυτογκόλ. Το φιάσκο στην καταμέτρηση των αποτελεσμάτων προκάλεσε αισθήματα απογοήτευσης και οργής στην εκλογική τους βάση, δίνοντας τροφή για θεωρίες συνωμοσίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης περί μαγειρείων του κομματικού κατεστημένου εναντίον του αριστερού υποψηφίου Μπέρνι Σάντερς. Αρκετοί είδαν το τεχνικό ατύχημα ως πολιτική μεταφορά: με τους τέσσερις από τους πέντε επικρατέστερους προεδρικούς υποψηφίους του κόμματος άνω των 70 ετών και με τη βάση του βαθιά διχασμένη μεταξύ της αριστερής και της κεντρώας πτέρυγας, οι Δημοκρατικοί αδυνατούν να πείσουν, επί το παρόντος, ότι διαθέτουν αποτελεσματική εναλλακτική στρατηγική και ηγεσία απέναντι στον επίφοβο αντίπαλό τους.
Για το κατεστημένο των Δημοκρατικών, ο δρόμος για τον Λευκό Οίκο περνάει μέσα από μια μετριοπαθή πολιτική γραμμή, στα πρότυπα των Μπιλ Κλίντον και Μπαράκ Ομπάμα, ικανή, όπως πιστεύουν, να αποσπάσει κεντρώους ψηφοφόρους και κρίσιμες Πολιτείες από τον Τραμπ. Ως βασικός εκφραστής αυτής της στρατηγικής εμφανιζόταν μέχρι την περασμένη Δευτέρα ο Τζο Μπάιντεν, ο οποίος ερχόταν πρώτος στις εθνικές δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, η καταβαράθρωσή του στην Αϊόβα, όπου ήρθε μόλις τέταρτος, έδειξε ότι το δημοσκοπικό προβάδισμα είχε περισσότερο σχέση με την αναγνωρισιμότητα του πρώην αντιπροέδρου παρά με την πραγματική του απήχηση. Αν και η Αϊόβα σαφώς και δεν αποτελεί πιστό βαρόμετρο των διαθέσεων σε πανεθνικό επίπεδο, πολλοί θεωρούν ήδη τον Μπάιντεν καμένο χαρτί.

Τη βαθιά προσδοκία των Δημοκρατικών ψηφοφόρων για αλλαγή αντανακλούν, με πολύ διαφορετικούς τρόπους, οι δύο νικητές των προκριματικών της Αϊόβα, που πρακτικά ισοψήφησαν: ο μόλις 38 ετών Πιτ Μπούτιτζιτζ, ο πρώτος ανοιχτά γκέι υποψήφιος που διεκδικεί το προεδρικό χρίσμα και ο 78χρονος γερουσιαστής του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς. Αγνωστος στο εθνικό ακροατήριο μέχρι πρότινος, ο κεντρώος Μπούτιτζιτζ φιλοδοξεί να κερδίσει υποστήριξη από τους σπόνσορες και τους ψηφοφόρους του Μπάιντεν, που βλέπουν ότι το δικό τους άλογο δεν τραβάει. Ως δήμαρχος μιας μικρής πόλης της Ιντιάνα, με πληθυσμό μόλις 100.000 κατοίκων, θα δυσκολευτεί, πάντως, να πείσει ότι είναι έτοιμος για τον Λευκό Οίκο.
Ο Μπέρνι Σάντερς
Από την πλευρά του, ο Σάντερς εμφανίζεται ως ένας δυναμικός «αντι-Τραμπ της Αριστεράς», υποστηριζόμενος από βιομηχανικούς εργάτες που ψήφισαν Τραμπ από αντίδραση στην Κλίντον, ενθουσιώδεις νέους που δεν ασχολούνταν με την πολιτική, οικολόγους ακτιβιστές και (παρά τη σφοδρή αντίθεσή του στον Νετανιάχου) το 42% των Αμερικανοεβραίων. Είναι αμφίβολο, όμως, αν αντέξει στη σφοδρή επίθεση που είναι βέβαιο ότι θα δεχθεί από το κατεστημένο και των δύο κομμάτων, καθώς πολλοί έχουν αρχίσει ήδη να υπενθυμίζουν τις παλιές του συμπάθειες προς την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, τη Νικαράγουα των Σαντινίστας και το τροτσκιστικής κατεύθυνσης Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SWP) - αν και σήμερα ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός» του παραπέμπει στην ήπια σοσιαλδημοκρατία της Σουηδίας και της Δανίας.
Παρά την τρίτη θέση της στις προκριματικές της Αϊόβα, η γερουσιαστής Μασαχουσέτης Ελίζαμπεθ Γουόρεν παραμένει μια ισχυρή υποψηφιότητα. Με ένα προφίλ του τύπου «προοδευτική, αλλά όχι τόσο ακραία όσο ο Σάντερς και ρεαλίστρια, αλλά όχι τόσο άνευρη όσο ο Μπάιντεν», εμφανίζεται ως η υποψήφια που μπορεί να γεφυρώσει το ρήγμα ανάμεσα στις δύο φυλές των Δημοκρατικών, με τον αυτονόητο κίνδυνο που διατρέχουν όσοι πατούν σε δύο βάρκες.
Ο παράγων Μπλούμπεργκ
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι ο πραγματικός ωφελημένος από το χάος της Αϊόβας είναι ο Μάικ Μπλούμπεργκ. Ο δισεκατομμυριούχος πρώην δήμαρχος Νέας Υόρκης, που επίσης διεκδικεί το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών, δεν κάνει καμπάνια στις προκριματικές εκλογές του Φεβρουαρίου, που αφορούν μικρές πολιτείες με λίγους εκλέκτορες, αλλά φιλοδοξεί να μπει δυναμικά στη μάχη τη «σούπερ Τρίτη» της 3ης Μαρτίου, με τις 15 ταυτόχρονες εκλογές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι μεγάλες πολιτείες της Καλιφόρνιας και του Τέξας. Σε κάθε περίπτωση, παρά την «Εβδομάδα των Παθών» για τους Δημοκρατικούς, που μόλις πέρασε, ο Τραμπ παραμένει ευάλωτος. Το μισό εκλογικό σώμα τον μισεί και είναι ο μόνος πρόεδρος που δεν είδε τη δημοτικότητά του ούτε μία στιγμή να ξεπερνάει το 50%. Χρωστάει την προσωρινή κυριαρχία του στην αδυναμία και στη διάσπαση των αντιπάλων του -παράγοντες που ξεφεύγουν από τον έλεγχό του- ενώ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η οικονομία δεν του επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις στους εννέα κρίσιμους μήνες που ακολουθούν.


Σχόλιο: Λαβρόφ: Ο Ομπάμα άφησε μια «φρικτή κληρονομιά» στον Τραμπ