Ο,τι και αν είναι «γραμμένο» στα γονίδιά μας, δεν έχει και μεγάλη σημασία, όσον αφορά τουλάχιστον τα χρόνια που θα ζήσουμε, συμπεραίνει πρόσφατη μεγάλη έρευνα
μακροζωία DNA
© Shutterstock
Μόνο 7% είναι το ποσοστό κληρονομικότητας του προσδόκιμου επιβίωσης
Το 2013 o συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Google Λάρι Πέιτζ ανακοίνωσε τη δημιουργία μίας εταιρείας με βασική δραστηριότητα την επίλυση του «παζλ» της... θνησιμότητας.

Από τότε, το εργαστήριο των δισεκατομμυρίων, γνωστό ως Calico, με έδρα την Καλιφόρνια, προσπαθεί να επέμβει στις θεμελιώδεις βιολογικές λειτουργίες της γήρανσης, σε μία προσπάθεια στο μέλλον να νικήσει τον θάνατο για όσο περισσότερο χρόνο μπορεί.

Μία από τις πρώτες προσλήψεις που είχε κάνει το εργαστήριο, ήταν αυτή της Σίνθια Κένιον, της γυναίκας που πριν από 20 χρόνια είχε καταφέρει να διπλασιάσει το χρόνο ζωής ενός σκουληκιού, αναστρέφοντας μόνο ένα γράμμα από τα τέσσερα του DNA του, όπως αναφέρει το περιοδικό Wired.

Εναν από τους πρώτους συνεργάτες που είχε επιλέξει η Σίνθια, ήταν ο Γκράχαμ Ρούμπι, ο οποίος είχε τελείως διαφορετική προσέγγιση και τρόπο σκέψης των πραγμάτων. Αυτό που τον ενδιέφερε δεν ήταν να ανακαλύψει τη μέθοδο για να αυξήσει τα χρόνια ζωής, αλλά ο ακριβής ρόλος του DNA στη μακροζωία.

Για να πάρει απάντηση στο ερώτημά του, θα έπρεπε να μελετήσει όσο το δυνατόν περισσότερα δεδομένα ανθρώπινου DNA. Ετσι απευθύνθηκε στην εταιρεία Ancestry, με την οποία και ξεκίνησε μία κοινή προσπάθεια.

Με τη συνεργασία των δύο εταιρειών, αναλύθηκαν 400 εκατομμύρια γενετικά δεδομένα από διαφορετικούς ανθρώπους και προέκυψαν ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία για την κληρονομικότητα της μακροζωίας.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Genetics, η μακροζωία ως κληρονομικός παράγοντας οφείλεται μόνο κατά 7% στα γονίδιά μας, ενώ μέχρι σήμερα οι επιστήμονες υπολόγιζαν ότι το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 15% έως 30%.

Τι βρήκε δηλαδή ο Ρούμπι, που δεν είχαν ανακαλύψει προηγούμενες μελέτες; Οτι σε κάθε γενιά, οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να επιλέξουν υποσυνείδητα σύντροφο με παρόμοιο προσδόκιμο επιβίωσης. Το φαινόμενο που ονομάζεται «συγκριτική έλξη», θα μπορούσε να οφείλεται στα γενετικούς παράγοντες ή κοινωνικοοικονομικούς ή και τους δύο μαζί. Ουδείς γνωρίζει.

Το βέβαιο είναι ότι οι άνθρωποι τείνουν να έλκονται και να επιλέγουν συντρόφους με παρόμοιο μισθό, πτυχίο, τρόπο ζωής, δηλαδή παράγοντες που -νομίζουν ότι- είναι συνειδητές επιλογές, και τελικά χωρίς να το γνωρίζουμε γίνεται και η επιλογή συντρόφου με παρόμοιο προσδόκιμο επιβίωσης.

Στο πλαίσιο της έρευνάς του ο Ρούμπι ανακάλυψε ότι αντί οι άνθρωποι να έχουν μισά χαρακτηριστικά από τον ένα γονιό και μισά από τον άλλον, είχαν για παράδειγμα χαρακτηριστικά και από τη σύζυγο του αδελφού τους. Και τελικά είχαν παρόμοια διάρκεια ζωής με τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέονταν εξ αίματος.

Εδειξε δηλαδή με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει όντως υποσυνείδητος παράγοντας στις σχέσεις που συνδέεται με τη μακροζωία. Σε μία πιο προσεκτική διατύπωση, αυτό που ανακάλυψαν οι επιστήμονες, είναι ότι όλοι όσοι βρίσκονται σε μία ευρύτερη οικογένεια, έχουν το ίδιο ποσοστό επιβίωσης, ακριβώς επειδή έχουν τις ίδιες καθημερινές συνήθειες και ότι ελάχιστα έχουν τελικά τα γονίδια να προσφέρουν στην μακροζωία.

«Σε μία πρώτη προσέγγιση φαίνεται ότι οι άνθρωποι ελέγχουν περισσότερο πόσο θα ζήσουν με τις καθημερινές επιλογές τους. Η επιλογές μιας οικογένειας, όπως για παράδειγμα το σπίτι που θα διαμείνει, το φαγητό που θα μαγειρέψει, η εκπαίδευση, η πρόληψη, η άσκηση και γενικά οι καθημερινές επιλογές ενός ζευγαριού για το ίδιο και την ανάπτυξη των παιδιών του, είναι οι παράγοντες που θα ορίσουν το πόσα χρόνια θα ζήσει και όχι τα γονίδια», αναφέρουν οι ειδικοί.

Αρα, «μην καπνίζετε και μην πηγαίνετε στον πόλεμο», συμβουλεύει η Κάθριν Μπολ, επιστημονική υπεύθυνη της εταιρείας Ancestry, αφού έτσι κι αλλιώς όπως και να είναι το DNA σας, οι καθημερινές σας συνήθειες και ο τρόπος ζωής είναι αυτά που καθορίζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το πόσα χρόνια θα ζήσετε.