ηπα κίνα
Όταν η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) μείωσε τα επιτόκια στις 31 Ιουλίου- για πρώτη φορά σε περισσότερο από μια δεκαετία- όλοι αναρωτήθηκαν τον λόγο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η αμερικανική οικονομία ανέκαμψε, η ανεργία είναι κάτω από το 4% και η αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 3%, ενδείξεις που προέβλεπαν την αύξηση των επιτοκίων. Η εξήγηση των ειδικών της αγοράς ήταν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε εμπορικό και νομισματικό πόλεμο.

Άλλες κεντρικές τράπεζες μείωσαν τα επιτόκιά τους και η Fed έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμά τους, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερτίμηση του δολαρίου σε σχέση με τα άλλα νομίσματα. Κι αυτό επειδή ένα φθηνότερο δολάριο κάνει τα αμερικανικά προϊόντα πιο ελκυστικά στις ξένες αγορές, βοηθώντας τους παραγωγούς και την αύξηση των θέσεων εργασίας.

Κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ο Αμερικανός πρόεδρος «πακέτο» με τη μείωση των επιτοκίων, εξήγγειλε νέους δασμούς 10% σε κινεζικά προϊόντα, συνολικού ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου.

Η Κίνα απάντησε αναστέλλοντας τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων από τις ΗΠΑ και αφήνοντας την αξία του γιουάν να κατρακυλήσει. Έτσι, τη Δευτέρα, 5 Αυγούστου, ο δείκτης Dow Jones Industrial Average έπεσε σχεδόν 770 μονάδες, ήταν η χειρότερη ημέρα του για το 2019. Ο πόλεμος είχε ήδη αρχίσει.

Το πρόβλημα, όμως, με τον πόλεμο συναλλάγματος είναι ότι πρόκειται για πόλεμο, χωρίς νικητές. Αυτό αποδείχθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1930, στην περίοδο του Κραχ και της Μεγάλης Ύφεσης. Αυτό που υποτιμάται κυρίως όταν υποτιμάται ένα νόμισμα, είναι η τιμή της εργασίας στην χώρα και οι συνθήκες εργασίας. Ο λόγος για τον οποίο οι Αμερικανοί εργαζόμενοι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τους αλλοδαπούς εργαζόμενους δεν είναι επειδή το δολάριο είναι υπερτιμημένο, αλλά επειδή είναι υψηλότερο το κόστος στέγασης, εκπαίδευσης, ιατρικών υπηρεσιών και μεταφορών. Στις περισσότερες ανταγωνιστικές με τις ΗΠΑ χώρες, οι δαπάνες αυτές είναι μειωμένες κι άλλες επιχορηγούνται από την κυβέρνηση.

Ο κύριος ανταγωνιστής της Αμερικής στον εμπορικό πόλεμο είναι η Κίνα, η οποία επιχορηγεί όχι μόνο το κόστος των εργαζομένων, αλλά και το κόστος των επιχειρήσεων.

Η κυβέρνηση κατέχει το 80% των τραπεζών, οι οποίες χορηγούν δάνεια με ευνοϊκούς όρους σε εγχώριες επιχειρήσεις, ιδίως στις κρατικές επιχειρήσεις. Συνήθως, εάν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνεια, ούτε οι τράπεζες ούτε οι επιχειρήσεις τίθενται σε πτώχευση, καθώς αυτό θα σήμαινε την απώλεια θέσεων εργασίας και εργοστασίων.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μεταφέρονται μόνο στα βιβλία ή διαγράφονται. Δεν υφίστανται ζημίες σε ιδιώτες πιστωτές, δεδομένου ότι ο κύριος πιστωτής κι αυτός που τυπώνει το νόμισμα είναι η κινεζική κυβέρνηση.

Η Κίνα έχει δεσμευτεί για υψηλό επίπεδο ανάπτυξης. Και η ανάπτυξη, πολύ απλά, εξαρτάται από τη χρηματοδότηση. Για να αποφευχθούν οι πολιτικές και εργασιακές αναταραχές, η κινεζική κυβέρνηση κρατά όλους «ευτυχείς» διατηρώντας την οικονομική ανάπτυξη σε υψηλούς ρυθμούς. Περίπου τα δύο τρίτα του κινεζικού χρέους ανήκουν σε εταιρείες, οι οποίες είναι επίσης κατά κύριο λόγο κρατικές. Ως εκ τούτου, η εταιρική δανειοδότηση είναι μια κυκλική μορφή χρηματοδοτούμενης από την κυβέρνηση βιομηχανικής πολιτικής - μια πολιτική που χρηματοδοτείται όχι από φόρους αλλά από το μοναδικό προνόμιο των τραπεζών να δημιουργούν χρήματα στα βιβλία τους.

Η Κίνα πιστεύει ότι αυτό είναι ένα πολύ καλύτερο τραπεζικό μοντέλο σε σύγκριση με το ιδιωτικό δυτικό σύστημα που επικεντρώνεται στα βραχυπρόθεσμα κέρδη για τους ιδιώτες μετόχους.

Ωστόσο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ χαρακτηρίζουν τις επιδοτήσεις της Κίνας στις επιχειρήσεις και στους εργαζόμενους ως «αθέμιτες εμπορικές πρακτικές». Θέλουν η Κίνα να παραιτηθεί από τις κρατικές επιδοτήσεις και άλλες προστατευτικές πολιτικές, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν οι όροι ανταγωνισμού. Αλλά το Πεκίνο υποστηρίζει ότι οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις ισοδυναμούν με «αλλαγή οικονομικού καθεστώτος».

Αυτός είναι ο αγώνας που δίνει ο Τραμπ ενάντια στην Κίνα. Ο Τραμπ υποστηρίζει πως η Κίνα έχει πλουτίσει τα τελευταία πενήντα χρόνια με άδικα μέσα, με κυβερνητική βοήθεια και δημόσιες επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα, θέλει οι Κινέζοι να είναι τόσο απειλούμενοι και ανασφαλείς όσο είναι οι Αμερικανοί εργαζόμενοι.

Λέει πως πρέπει να απαλλαγούν από τη δημόσια συγκοινωνία τους. Πρέπει να απαλλαγούν από τις επιδοτήσεις. Πρέπει να αφήσουν πολλές εταιρείες να χρεοκοπούν ώστε οι Αμερικανοί να μπορούν να τις αγοράσουν. Θα πρέπει, δηλαδή, να έχουν το ίδιο είδος ελεύθερης αγοράς που έχει καταστρέψει την αμερικανική οικονομία και έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα στην ιστορία των ΗΠΑ: τον νεοφιλελευθερισμό.

Ακριβώς όπως οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί σε Ψυχρό Πόλεμο για να καταστρέψουν το σοβιετικό κομμουνιστικό μοντέλο, έτσι τα δυτικά οικονομικά συμφέροντα θέλησαν να καταστρέψουν την αναδυόμενη ασιατική απειλή στη δεκαετία του 1990, τότε που ο νεοφιλελευθερισμός εκπροσωπούνταν από τον Ρέιγκαν και τη Θάτσερ.

Οι δυτικοευρωπαίοι οικονομολόγοι έπεισαν την Ιαπωνία και τις ασιατικές τίγρεις να υιοθετήσουν το σύστημα της ελεύθερης αγοράς και να ανοίξουν τις οικονομίες τους και τις εταιρείες τους σε ξένους επενδυτές. Στη συνέχεια, οι δυτικοί κερδοσκόποι κατέλαβαν τις ευάλωτες χώρες μία προς μία, στην «ασιατική κρίση» του 1997-98.

Μόνο η Κίνα αφέθηκε ως οικονομική απειλή για το δυτικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο και αυτή η υπαρξιακή απειλή είναι ο στόχος των εμπορικών και νομισματικών πολέμων που διεξάγουν σήμερα οι ΗΠΑ με τον Τραμπ.

Η Κίνα σήμερα όμως είναι ένας ισοδύναμος ανταγωνιστής που είναι πιο εντυπωσιακός οικονομικά, πιο εκλεπτυσμένος διπλωματικά και πιο ευέλικτος ιδεολογικά από ότι ήταν η Σοβιετική Ένωση την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Και σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, η Κίνα είναι βαθιά ενσωματωμένη στον υπόλοιπο κόσμο και αλληλένδετη με την οικονομία των ΗΠΑ.

Σε αντίθεση με το σοβιετικό κομμουνιστικό σύστημα, το κινεζικό σύστημα δεν μπορεί να αναμένεται να «καταρρεύσει από το δικό του βάρος».

Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να περιμένουν ή να θέλουν να καταστρέψουν την Κίνα, αντίθετα, θα πρέπει να επιδιώξουν μια κατάσταση συνύπαρξης υπό όρους ευνοϊκούς για τα συμφέροντα και τις αξίες των ΗΠΑ. Με λίγα λόγια ο νεοφιλελευθερισμός τους δεν την τρομάζει.

Η Κίνα είναι πολύ ισχυρή για να εξαφανιστεί από το παιχνίδι όπως η Σοβιετική Ένωση, πρέπει να εξαναγκαστεί ή να εξαπατηθεί για να υιοθετήσει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, όπως επιθυμεί η Δύση.

Πρέπει να εγκαταλείψει την κρατική στήριξη των βιομηχανιών της και την κυριότητα των τραπεζών της. Αλλά το κινεζικό σύστημα, αν και προφανώς δεν είναι τέλειο, έχει εντυπωσιακό ιστορικό στη διατήρηση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης. Ενώ η αμερικανική βιομηχανική βάση κατέρρευσε κάτω από το μοντέλο ελεύθερης αγοράς, η Κίνα συστηματικά δημιούργησε τη δική της κατασκευαστική βάση, επενδύοντας σε μεγάλο βαθμό σε υποδομές και αναδυόμενες τεχνολογίες και το έκανε αυτό με τις πιστώσεις που έδιναν οι κρατικές τράπεζες. Αντί λοιπόν να προσπαθούν οι ΗΠΑ να καταστρέψουν το οικονομικό σύστημα της Κίνας, ίσως να είναι πιο «ωφέλιμο για τα συμφέροντα και τις αξίες των ΗΠΑ» να υιοθετήσουν τις πιο αποτελεσματικές βιομηχανικές και τραπεζικές πρακτικές της Κίνας.

Οι Κινέζοι έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τραπεζικού τους συστήματος στην υποστήριξη των βιομηχανιών τους και των εργαζομένων τους. Αντί να τους αντιμετωπίζει η Δύση ως απειλή, θα μπορούσε να τους ευχαριστήσει για την επιτυχή και πολύχρονη δοκιμή ενός μοντέλου, που μπορεί και εκείνη με ασφάλεια να υιοθετήσει αφήνοντας πίσω, στο παρελθόν και την κρίση της Ιστορίας, τον νεοφιλελευθερισμό.