Μελέτη δείχνει ότι όταν παρακολουθούμε εξ αποστάσεως τραυματικά γεγονότα, όπως τρομοκρατικές επιθέσεις, ενεργοποιούνται οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που «ανάβουν» και όταν βιώνουμε οι ίδιοι ένα τραύμα

Πώς αναπτύσσουμε φόβο όταν παρακολουθούμε τραυματικά γεγονότα εξ αποστάσεως, όπως το πρόσφατο τρομοκρατικό χτύπημα στο Μάντσεστερ, εξηγεί η νέα μελέτη, δίνοντας ελπίδα για καλύτερες θεραπείες ενάντια στις αγχώδεις διαταραχές
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν βλέπουμε άλλους ανθρώπους να βιώνουν τραύμα ή πόνο, όπως για παράδειγμα όταν κατακλυζόμαστε από εικόνες τρομοκρατικών χτυπημάτων σαν το τελευταίο στο Μάντσεστερ; Μια νέα μελέτη ερευνητών του Ινστιτούτου Καρολίνσκα στη Σουηδία που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Νature Communications» δίνει την απάντηση καθώς έδειξε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργοποιούνται οι ίδιες ακριβώς περιοχές που «ανάβουν» όταν νιώθουμε πόνο και εμείς οι ίδιοι. Ωστόσο, από τη μελέτη προέκυψε επίσης ότι ο καθένας μας έχει διαφορετικό βαθμό «ευαισθησίας» σε ό,τι αφορά το να μαθαίνει τον φόβο μέσω άλλων. Σε κάθε περίπτωση, «κλειδί» της όλης διαδικασίας... διδασκαλίας του φόβου «εξ αποστάσεως» φαίνεται να είναι το σύστημα ενδογενών οπιοειδών του εγκεφάλου.

Το να βλέπουμε άλλους να βιώνουν πόνο ή άγχος αποτελεί μια διαδικασία που μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με επικίνδυνα πράγματα και καταστάσεις που θα έπρεπε να αποφεύγουμε. Ωστόσο κάποιες φορές είναι πιθανό να αναπτύξουμε φόβο για καταστάσεις οι οποίες, λογικά, δεν είναι επικίνδυνες. Το σύστημα οπιοειδών έχει ως καθήκον να απαλύνει τον πόνο και τον φόβο, όμως δεν λειτουργεί το ίδιο αποτελεσματικά σε όλους τους ανθρώπους, γεγονός που μπορεί να αποτελεί μια από τις αιτίες για τις οποίες κάποια άτομα αναπτύσσουν αγχώδη σύνδρομα μόνο κοιτώντας άλλους ανθρώπους να βιώνουν τραύμα.

Μετατραυματικό στρες... εξ αποστάσεως

«Κάποιοι άνθρωποι είναι υπερευαίσθητοι σε αυτή τη μορφή κοινωνικής μάθησης. Η μελέτη μας δείχνει ότι το σύστημα ενδογενών οπιοειδών επηρεάζει το πόσο ευαίσθητοι είμαστε και μπορεί να εξηγήσει γιατί κάποια άτομα εμφανίζουν διαταραχή μετατραυματικού στρες μόνο παρακολουθώντας άλλα άτομα να βιώνουν τραυματικά γεγονότα. Μετά από τρομοκρατικές επιθέσεις τα ευαίσθητα αυτά άτομα μπορεί συνεχώς να φοβούνται υπέρμετρα ακόμη και αν τα ίδια δεν ήταν παρόντα στην επίθεση» σημειώνει ο κύριος συγγραφέας της μελέτης Γιαν Χάακερ, ερευνητής στο Τμήμα Κλινικής Νευροεπιστήμης του Ινστιτούτου Καρολίνσκα.

Στο πλαίσιο διπλής τυφλής δοκιμής οι ερευνητές τροποποίησαν τη χημεία του εγκεφάλου σε 22 υγιείς εθελοντές χρησιμοποιώντας μια φαρμακευτική ουσία η οποία μπλοκάρει το σύστημα οπιοειδών. Παράλληλα, 21 εθελοντές έλαβαν μη δραστική εικονική ουσία. Ολοι οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν στη συνέχεια ένα βίντεο στο οποίο άλλα άτομα υποβάλλονταν σε ηλεκτροσόκ.

«Αναβαν» οι περιοχές του... προσωπικού πόνου

Ο εγκέφαλος υπό φυσιολογικές συνθήκες «ενημερώνει» τη γνώση του σχετικά με τον κίνδυνο με βάση το αν εκπλησσόμαστε κάθε φορά. Ωστόσο όταν στη μελέτη το σύστημα οπιοειδών είχε μπλοκαριστεί, οι εθελοντές συνέχιζαν να αντιδρούν σαν να εκπλήσσονταν παρότι γνώριζαν ότι θα έβλεπαν κάποιον να υποβάλλεται σε ηλεκτροσόκ. Σε ό,τι αφορούσε τη λειτουργία του εγκεφάλου, αυτή αυξανόταν σε περιοχές όπως η αμυγδαλή, η περιυδραγωγός φαιά ουσία και ο θάλαμος, γεγονός που μαρτυρεί ότι εμπλέκονταν οι ίδιες περιοχές που εμπλέκονται και στην περίπτωση που το ίδιο το άτομο βιώνει πόνο. Παράλληλα φάνηκε να αυξάνεται η επικοινωνία μεταξύ αυτών αλλά και άλλων περιοχών του εγκεφάλου οι οποίες έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με την ικανότητα του ανθρώπου να κατανοεί τις εμπειρίες και τις σκέψεις των άλλων ανθρώπων.

«Οταν οι συμμετέχοντες στο πείραμα βρέθηκαν οι ίδιοι αντιμέτωποι με απειλητικά ερεθίσματα τα οποία είχαν προηγουμένως συνδεθεί με τον πόνο άλλων ανθρώπων, εμφάνιζαν εντονότερη εφίδρωση και έδειχναν περισσότερο φόβο σε σύγκριση με εκείνους που είχαν λάβει εικονική ουσία. Αυτά τα συμπτώματα ήταν μάλιστα ορατά ακόμη και τρεις ημέρες μετά το επεισόδιο κοινωνικής μάθησης» αναφέρει ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Αντρέας Ολσον, λέκτορας το Τμήμα Κλινικής Νευροεπιστήμης του Καρολίνσκα.

Τα νέα ευρήματα συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση της ψυχολογίας του φόβου. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι μελλοντικά θα οδηγήσουν σε αποτελεσματικότερη, πιο εξατομικευμένη φροντίδα των ατόμων με αγχώδεις διαταραχές.