πρόσφυγας κρύο λέσβος
Πρόσφυγας στον καταυλισμό της Μόριας στη Λέσβο
Τουλάχιστον πέντε πρόσφυγες πέθαναν από το κρύο στα Βαλκάνια με την ύπατη αρμοστεία του ΟΗΕ να καταγγέλλει την κακομεταχείρισή τους από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που αντί να βοηθήσουν είτε τους εγκαταλείπουν είτε τους κυνηγούν και κατάσχουν τα υπάρχοντά τους.

Στα θύματα περιλαμβάνονται δύο Ιρακινοί, των οποίων τα πτώματα βρέθηκαν στη νοτιοανατολική Βουλγαρία, αφού είχαν περάσει τα σύνορα με την Τουρκία και μια νεαρή γυναίκα από τη Σομαλία, η οποία βρέθηκε νεκρή στην ίδια περιοχή.

Ανάμεσά τους κι ένας 20χρονος Αφγανός που πέθανε από επιπλοκές μετά την έκθεση στο κρύο, αφού πέρασε τον Έβρο στα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία βράδυ, όταν οι θερμοκρασίες είχαν πέσει κάτω από τους -10 ° C Κελσίου.

«Η προστασία της ζωής πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα και καλούμε τις κρατικές αρχές σε όλη την Ευρώπη να κάνουν περισσότερα για να βοηθήσουν και να προστατεύσουν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες» δήλωσε η εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, Σεσίλ Πουιγί σε συνέντευξη Τύπου στη Γενεύη, την περασμένη Παρασκευή.

Η ίδια πρόσθεσε ότι περίπου 1.000 άνθρωποι βρίσκονται σε μη θερμαινόμενα αντίσκηνα και κοιτώνες στην Ελλάδα, ζητώντας τη μεταφορά τους σε καλύτερα καταλύματα στην ηπειρωτική χώρα.

«Δεδομένης της δριμύτητας των χειμερινών συνθηκών, ανησυχούμε ιδιαίτερα για τις πληροφορίες ότι οι αρχές σε όλες τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων εξακολουθούν να απωθούν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες από το εσωτερικό των χωρών τους σε γειτονικές χώρες» είπε ακόμη η Πουιγί δείχνοντας προς τη Σερβία, όπου έχουν φύγει από τους καταυλισμούς και τριγυρνούν αβοήθητοι στα δάση της παραμεθορίου με την Ουγγαρία περί τις 6.400 πρόσφυγες σε θερμοκρασίες που φθάνουν τους -20 βαθμούς Κελσίου.

Πριν διωχθούν από τους καταυλισμούς το 82% των 7.300 προσφύγων, αιτούντων άσυλο και μεταναστών ζούσαν σε θερμαινόμενα καταφύγια και η Ύπατη Αρμοστεία εξέφρασε την ανησυχία της για την κατάσταση των 1.200 προσφύγων, μεταξύ των οποίων μέχρι και 300 ασυνόδευτα αγόρια, που κοιμούνται στους δρόμους, στο κέντρο της πόλης του Βελιγραδίου.

Πρόσφυγες και μετανάστες δήλωσαν ότι η αστυνομία χρησιμοποίησε βία σε βάρος τους και είπαν ότι οι αρχές κατάσχεσαν ή κατέστρεψαν τα τηλέφωνά τους, εμποδίζοντάς τους να καλέσουν σε βοήθεια, όπως είπε η εκπρόσωπος του ΟΗΕ.

«Μερικοί ανέφεραν ότι κατασχέθηκαν ακόμη και ρούχα με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις δριμείες χειμερινές συνθήκες» δήλωσε. «Αυτές οι πρακτικές είναι απλώς απαράδεκτες και πρέπει να σταματήσουν».

Πιο επικριτική για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι πρόσφυγες στην Ελλάδα ήταν η Σάρα Κρόου, εκπρόσωπος της υπηρεσίας του ΟΗΕ για τα παιδιά, UNICEF, στην τακτική συνέντευξη Τύπου στη Γενεύη.

«Πρόκειται για τη διάσωση ανθρωπίνων ζωών και όχι για γραφειοκρατία και για την τήρηση γραφειοκρατικών διευθετήσεων» δήλωσε και πρόσθεσε ότι «η κατάσταση είναι τρομερή σήμερα στην Ελλάδα».

Η Ύπατη Αρμοστεία έχει μεταφέρει εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες από τη Λέσβο και τη Χίο σε θερμότερα καταλύματα για διαμονή, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν περισσότεροι από 2.500 άνθρωποι στον καταυλισμό της Μόριας, κάτω από τις χειρότερες δυνατές συνθήκες όπως κατήγγειλε την Παρασκευή στη Γενεύη μία γιατρός που εργαζόταν εκεί.

Πρόκειται για την Νταϊάν Σάμπσον μια Αμερικανίδα παιδίατρο που δήλωσε στο «Reuters» πως βρέθηκε απέναντι σε απελπισμένους ασθενείς στη Μόρια, που υποφέρουν από κρυοπαγήματα, ρίγη και πυρετό ενώ εξακολουθούν να βρέχονται από το χιόνι και τη βροχή μέσα στις σαθρές σκηνές τους.

«Σε μια κατάσταση όπως αυτή κύρια ευθύνη μας είναι να εξετάσουμε πρώτα αυτούς τους ανθρώπους και να τους κάνουμε καλά. Να τους φερθούμε σαν ανθρώπινα όντα. Αυτό το μέρος στερείται βασικών πραγμάτων, μεταξύ αυτών και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια» δήλωσε η γιατρός.

Η Ύπατη Αρμοστεία ανησυχεί επίσης σοβαρά για 1.000 πρόσφυγες, συμπεριλαμβανομένων οικογενειών με μικρά παιδιά, που ζουν σε μη θερμαινόμενες σκηνές και κοιτώνες στη Σάμο.

Ο Τζόελ Μίλμαν, εκπρόσωπος του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, δήλωσε πως οι μεταναστευτικές κινήσεις στη Μεσόγειο «ξεκίνησαν δυνατά» το 2017 και ο απολογισμός των θανάτων φέτος έχει φθάσει ήδη τους 27.