πίνακας γάτες

Πίνακας του αυστριακού ζωγράφου Carl Kahler, 1891
Αρκετοί θεωρούν την εξημέρωση της γάτας ορόσημο το οποίο σηματοδοτεί την ανατολή των πρώτων οργανωμένων πόλεων και κοινωνιών: Η συγκέντρωση μεγάλων, ασχολούμενων με τη γεωργία, πληθυσμών σε σταθερά σημεία και η ίδρυση μεγάλων οικισμών, είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή μεγάλων αποθηκευτικών χώρων όπου τοποθετούνταν τρόφιμα (σιτηρά), σπόροι κ.α. Οι αποθήκες αυτές, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, προσέλκυαν ποντίκια και άλλα τρωκτικά, και προέκυψε η ανάγκη αποτελεσματικής φύλαξής τους- με αποτέλεσμα την εξημέρωση της γάτας. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί, οπότε, ότι οι γάτες σηματοδότησαν/ ήταν αποτέλεσμα της αυγής του ανθρώπινου πολιτισμού.

Χιλιάδες χρόνια πριν, οι κατοικίδιες, οικόσιτες γάτες εξαπλώθηκαν στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, ακολουθώντας τους πρώτους αγρότες, αρχαίους θαλασσοπόρους και ακόμα και τους φοβερούς και τρομερούς Βίκινγκς, όπως υποδεικνύει η πρώτη μεγάλης κλίμακας έρευνα πάνω στο DNA.

Όπως αναφέρει το Nature, στο πλαίσιο της μελέτης, που παρουσιάστηκε σε συνδιάσκεψη στις 15 Σεπτεμβρίου, αναλύθηκε το DNA από πάνω από 200 γάτες που έζησαν μεταξύ 15.000 ετών πριν και του 18ου μ.Χ αιώνα.

Λίγα είναι γνωστά στον επιστημονικό κόσμο για την εξημέρωση της γάτας, και το αν η οικόσιτη γάτα (Felis Silvestris) είναι πραγματικά ένα οικόσιτο ζώο είναι θέμα συζητήσεων εδώ και καιρό: Η ανατομία και η συμπεριφορά της γάτας απέχουν από τις αντίστοιχες άλλων, άγριων συγγενών της. «Δεν ξέρουμε την ιστορία των αρχαίων γατών. Δεν ξέρουμε την προέλευσή τους, δεν ξέρουμε πώς έγινε η εξάπλωσή τους» λέει η Εύα Μαρία Γκάιγκλ, εξελικτική γενετίστρια του Ινστιτούτου Jacques Monod στο Παρίσι. Παρουσίασε την έρευνά της στο 7ο Διεθνές Συμπόσιο Βιομοριακής Αρχαιολογίας στην Οξφόρδη, μαζί με τους συναδέλφους της, Κλαούντιο Οτόνι και Τιερί Γκρανζ.

Οι γάτες στην αρχαιότητα

Σε τάφο 9.500 ετών στην Κύπρο περιέχονταν και τα απομεινάρια μιας γάτας, κάτι που δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους και στα αιλουροειδή ανάγεται, όπως αναφέρθηκε, στην αυγή της γεωργίας, στην κοντινή «Εύφορη Ημισέληνο», πριν από περίπου 12.000 χρόνια. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι θεωρείται ότι ίσως να εξημέρωσαν άγριες γάτες πριν από 6.000 χρόνια, και, σε μεταγενέστερες αιγυπτιακές δυναστείες, οι γάτες ταριχεύονταν σε μεγάλους αριθμούς. Μάλιστα, υπήρχε και γάτα- θεά, η Μπαστέτ, η οποία μάλιστα, ως «συγγενής» ή «εξέλιξη» της λέαινας Σεκμέτ, ήταν προστάτιδα των φαραώ και πολεμίστρια που υπερασπιζόταν τον θεό Ρα απέναντι στο σατανικό ερπετό Απόφις ή Απέπ. Τεράστιο, μεγαλοπρεπή ναό αφιερωμένο σε αυτήν αναφέρει ο Ηρόδοτος, στην πόλη που ήταν γνωστή ως «Βούβαστις», ενώ και η ίδια η προέλευση της λέξης «γάτα» θεωρείται πως πιθανώς να είναι αιγυπτιακή.

Όσον αφορά στους αρχαίους Έλληνες, ήταν επίσης προσφιλές ζώο, και μάλιστα συνδέεται με τον Ηρακλή: Όταν η Αλκμήνη ήταν έγκυος από τον Δία στον ήρωα, η Ήρα έπεισε την θεά του τοκετού, Ειλείθυια, να εμποδίσει τη γέννα, αλλά η Γαλινθιάς (υπηρέτρια ή φίλη της Αλκμήνης) έσπασε το ξόρκι με τέχνασμα, ξεγελώντας την Ειλείθυια και λύνοντας τα μάγια, οπότε και η Αλκμήνη γέννησε τον ήρωα. Η τιμωρία της Γαλινθιάδας ήταν να μεταμορφωθεί σε γάτα (ή νυφίτσα, σε άλλες εκδοχές), αλλά η Εκάτη, (χθόνια θεά που συνδέεται με τη μαγεία, το σκοτάδι και τον κάτω κόσμο, αλλά παράλληλα βοηθά τους πολεμιστές στον πόλεμο, τους βασιλιάδες στην απονομή δικαιοσύνης, ενώ επίσης προστατεύει τους κυνηγούς και τους ψαράδες και προστατεύει τα κοπάδια) την λυπήθηκε και την πήρε υπό την προστασία της. Σημειώνεται πως ο Ηρακλής αργότερα ίδρυσε στη Γαλινθιάδα ιερό, κοντά στο σπίτι του στη Θήβα.

Οι Ρωμαίοι τη θεωρούσαν σύμβολο ανεξαρτησίας, ενώ στην Ινδία γάτες εμφανίζονται στα έπη της Μαχαμπχαράτα κα της Ραμαγιάνα, με τον θεό Ίντρα μάλιστα να μεταμορφώνεται κάποια στιγμή σε γάτα. Στην Περσία υπάρχει ο θρύλος της δημιουργίας της περσικής γάτας, ως ανταμοιβής στον ήρωα Ρουστούμ από μάγο τη ζωή του οποίου είχε σώσει (σημειώνεται ότι τις γάτες λέγεται ότι αγαπούσε ιδιαίτερα και ο Μωάμεθ, που είχε τη Μουέζα). Στην Κίνα, η θεά Λι-Σου (σχετιζόταν με τη γεωργία) συχνά απεικονιζόταν ως γάτα, ενώ ένας αρχαίος μύθος έλεγε ότι οι θεοί όρισαν τις γάτες ως επιστάτες του κόσμου, δίνοντάς τους μάλιστα τη δύναμη της ομιλίας- αλλά οι γάτες προτιμούσαν να τεμπελιάζουν και να παίζουν, και το είπαν στους θεούς, παραχωρώντας την ομιλία στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι όμως, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τους θεούς, οπότε και οι γάτες διατήρησαν ένα σημαντικό καθήκον, το να κρατούν τον χρόνο, διατηρώντας έτσι την τάξη. Στην Ιαπωνία η γάτα εκπροσωπεί το έλεος και την καλή τύχη, καθώς κάποια στιγμή, σύμφωνα με τον θρύλο, έσωσε τη ζωή ενός αυτοκράτορα.

Τα πράγματα βεβαίως δεν ήταν τόσο ευχάριστα για τα συμπαθή αιλουροειδή με την επικράτηση του χριστιανισμού και μετά, καθώς επιδιώχθηκε η δαιμονοποίηση των παγανιστικών αντιλήψεων, και αυτό συμπαρέσυρε και τις γάτες, και ειδικά τις μαύρες, που θεωρήθηκαν ζώα του διαβόλου: Δεν ήταν ιδιαίτερα υπάκουες, ήταν νυκτόβιες και άλλα εξωφρενικά μεσαιωνικά, που έκαναν μάλιστα Πάπες να ασχοληθούν μαζί τους, αποκηρύσσοντάς τες ως διαβολικές. Η μανία αυτή ενάντια στις γάτες οδήγησε στην αύξηση των τρωκτικών στις πόλεις, που με τη σειρά του έφερε τις τρομακτικές μεσαιωνικές επιδημίες της πανούκλας στην Ευρώπη («Μαύρος Θάνατος»), με εκατομμύρια νεκρούς.

Τα ταξίδια της γάτας

Η ομάδα της Γκάιγκλ ανέλυσε μιτοχονδριακό DNA από 209 γάτες από πάνω από 30 αρχαιολογικούς χώρους σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική. Τα δείγματα προέρχονταν από τη Μεσολιθική Περίοδο μέχρι τον 18ο αιώνα.

Οι πληθυσμοί γατών φαίνονται να αυξήθηκαν σε δύο κύματα: Οι μεσανατολικές αγριόγατες επεκτάθηκαν μαζί με τις πρώτες αγροτικές κοινότητες στην ανατολική Μεσόγειο. Η Γκάιγκλ εκτιμά ότι οι αποθήκες σιτηρών προσέλκυσαν τρωκτικά, που με τη σειρά τους προσέλκυσαν αγριόγατες- και οι άνθρωποι είδαν τα οφέλη της παρουσίας τους, οπότε και άρχισαν να τις εξημερώνουν. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι γάτες εξαπλώθηκαν στην Ευρασία και την Αφρική: γενετικά χαρακτηριστικά που βρέθηκαν σε μουμιοποιημένες γάτες από την Αίγυπτο εντοπίζονται και σε γάτες στη Βουλγαρία, την Τουρκία και την υποσαχάρια Αφρική από την ίδια περίοδο. Επίσης, οι γάτες ήταν προσφιλείς και σε λαούς θαλασσοπόρων, όπως οι Φοίνικες και οι Βίκινγκς: Η ομάδα της Γκάιγκλ ακόμη, βρήκε απομεινάρια γάτας με συγγενικό DNA σε αρχαιολογικό χώρο των Βίκινγκς που ανάγεται στην περίοδο από τον 8ο μέχρι τον 11ο μ.Χ αιώνα στη βόρεια Γερμανία.

Η ομάδα της Γκάιγκλ επίσης ανέλυσε ακολουθίες DNA που οδηγούν σε συγκεκριμένους χρωματισμούς γούνας, και διαπίστωσε ότι η συγκεκριμένη μετάλλαξη δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τον Μεσαίωνα. Η ίδια ελπίζει να αποκωδικοποιήσει περισσότερο DNA από αρχαίες γάτες, αλλά η χρηματοδότηση για τέτοιου είδους έρευνες σπανίζει, και για αυτό η επιστήμη βρίσκεται πιο πίσω σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τους σκύλους. «Μπορούμε να τα καταφέρουμε κι εμείς, απλά χρειαζόμαστε πιο πολλά χρήματα» απάντησε η Γκάιγκλ σε δημοσιογράφο που σχολίασε πως οι σκύλοι φαίνονται πιο δημοφιλείς στον επιστημονικό κόσμο.