Οικογένεια Νεάντερταλ

Οικογένεια Νεάντερταλ όπως την φαντάζονται οι επιστήμονες
Λίγα ζώα θα έβρισκαν γευστικές τις άγριες γλυκοπατάτες, τα μπρόκολα ή τις κολοκύθες -μόνο ο άνθρωπος και οι εξαφανισμένοι συγγενείς του ανέχονται την πικρή γεύση αυτών των λαχανικών. Ήταν μια προσαρμογή που μας επέτρεψε να βρούμε αρκετή τροφή και να κατακτήσουμε τον κόσμο.

Γενετική μελέτη που δημοσιεύεται στο Journal of Human Evolution αποκαλύπτει ότι στην πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης χάσαμε δύο γονίδια της γεύσης του πικρού, και μπορέσαμε έτσι να εντάξουμε στο διαιτολόγιό μας αμυλώδεις αλλά πικρές τροφές, όπως οι ρίζες και οι κόνδυλοι.

Ταυτόχρονα χάσαμε και ένα άλλο γονίδιο που χαρίζει ισχυρούς μασητικούς μύες, δεδομένου ότι είχαμε πια μάθει να μαγειρεύουμε τις τροφές μας και να τις κάνουμε πιο μαλακές.

Η αμερικανική ερευνητική ομάδα συνέκρινε τα γονιδιώματα του χιμπατζή, του σύγχρονου ανθρώπου, του ανθρώπου του Νεάντερταλ, καθώς και το γονιδίωμα ενός στενού συγγενή των Νεάντερταλ, τον μυστηριώδη άνθρωπο της Ντενίσοβα, γνωστό μόνο από ελάχιστα οστά που βρέθηκαν στη Σιβηρία.

Και τα τρία είδη ανθρώπου βρέθηκαν να έχουν χάσει τα γονίδια TAS2R62 και TAS2R64, τα οποία όμως είναι παρόντα στους χιμπατζήδες. Τα γονίδια αυτά κωδικοποιούν δύο υποδοχείς του πικρού, και η απώλειά τους έκανε πιο ήπια τη γεύση των πικρών τροφίμων.

Υπήρξαν όμως και άλλα ενδιαφέροντα ευρήματα. Και τα τρία είδη ανθρώπου έχουν χάσει το γονίδιο MYH16, το οποίο χαρίζει ισχυρούς μασητικούς μύες. Η απώλεια σχετίζεται πιθανώς με την ανακάλυψη της μαγειρικής, και υποδεικνύει ότι οι Νεάντερταλ και οι Ντενίσοβαν μαγείρευαν την τροφή τους.

Λιγότερο σαφής είναι η αιτία μιας άλλης γενετικής μεταβολής. Οι Νεάντερταλ και οι Ντενίσοβαν διέθεταν μόνο δύο αντίγραφα του γονιδίου AMY1, το οποίο παράγει το ένζυμο αμυλάση στο σάλιο και πιστεύεται ότι βοηθά στην πέψη αμυλούχων τροφών. Ο σύγχρονος άνθρωπος, αντίθετα, διαθέτει έως και 20 αντίγραφα.

Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η αύξηση των αντιγράφων του γονιδίου συνέβη μετά την εμφάνιση της γεωργίας, όταν η διατροφή μας άρχισε να βασίζεται στα αμυλούχα σιτηρά. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει όμως ότι οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες Homo sapiens είχαν κι αυτοί πολλαπλά αντίγραφα του γονιδίου της αμυλάσης.

Και αυτό σημαίνει ότι το σάλιο έγινε πλουσιότερο σε αμυλάση πολύ πριν από την εμφάνιση της γεωργίας.

Η χρησιμότητα αυτής της προσαρμογής παραμένει ασαφής, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Νεάντερταλ και οι Ντενίσοβαν τρέφονταν με λιγότερους υδατάνθρακες από ό,τι οι σύγχρονοι άνθρωποι.

Ίσως η περισσότερη αμυλάση να είχε κάποια άλλη χρησιμότητα, όπως το να περιορίζει την ανάπτυξη βακτηρίων στο στόμα και να αποτρέπει έτσι την εμφάνιση τερηδόνας.

Στα επόμενα βήματά της, πάντως, η ερευνητική ομάδα σκοπεύει να εστιάσει όχι στην αμυλάση αλλά στο γονίδιο MYH16 των ισχυρών μασητικών μυών.

Στόχος είναι να ανακαλυφθεί αν η μαγειρική εφευρέθηκε νωρίς στην ανθρώπινη εξέλιξη, την εποχή του προγόνου μας Homo erectus πριν από περίπου δύο εκατομμύρια χρόνια.