Stojberg και Jensen
© Reuters/Eric Vidal
H υπουργός Μετανάστευσης Inger Stojberg και ο υπουργός Εξωτερικών Kristian Jensen παρουσιάζουν παρουσιάζουν το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τη μεταναστευτική πολιτική της Δανίας, στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες, στις 25 Ιανουαρίου 2016
Η είδηση πως το κοινοβούλιο της Δανίας πέρασε σήμερα (26/1) νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι αστυνομικές αρχές της χώρας θα μπορούν εφεξής να κατάσχουν χρήματα, τιμαλφή ή άλλα αντικείμενα αξίας που φέρουν μαζί οι πρόσφυγες, έχει προκαλέσειθύελλα αντιδράσεων.

Η επίμαχη διάταξη προβλέπει την κατάσχεση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων που ξεπερνούν σε αξία τις 10.000 κορώνες (1.340 ευρώ), από τα οποία θα εξαιρούνται γαμήλιες βέρες και άλλα αντικείμενα συναισθηματικής αξίας, όπως διευκρίνισε η κυβέρνηση, που αρχικά είχε προτείνει όριο 3.000 κορώνων, το οποίο αύξησε ύστερα από τις σφοδρές επικρίσεις που δέχτηκε.

Εκτός από τις κατασχέσεις, τα μέτρα προβλέπουν ελάττωση των προνοιακών δικαιωμάτων των προσφύγων, επιμήκυνση του χρόνου που απαιτείται για τις επανενώσεις οικογενειών προσφύγων και επιμήκυνση του χρόνου για τη χορήγηση αδειών μόνιμης παραμονής από ένα σε τρία χρόνια.

Εγκρίθηκαν δε με συντριπτική πλειοψηφία (81 ψήφοι υπέρ, έναντι 27 κατά και μίας αποχής), καθώς -εκτός από το Κόμμα του ακροδεξιού Λαού της Δανίας (DPP), της Φιλελεύθερης Συμμαχίας και των Συντηρητικών (DKF), που στηρίζουν την κυβέρνηση μειοψηφίας του Λαρς Λόκε Ράσμουσεν (Lars Løkke Rasmussen) και του κεντροδεξιού Venstre- υπερψήφισε και η αξιωματική αντιπολίτευση των Σοσιαλδημοκρατών, με μοναδική παραφωνία τη συμμαχία Κόκκινων-Πράσινων και τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς.

Είναι η Ευρώπη...

Αυτή και παρόμοιες νομοθετικές πρωτοβουλίες σε Ελβετία και Βαυαρία αποσκοπούν στο να αποθαρρυνθούν οι πρόσφυγες από το να αναζητούν άσυλο στην επικράτειά τους. Η είσοδος πλέον των 21.300 προσφύγων στη Δανία εντός του 2015 όξυνε τα ξενοφοβικά αντακλαστικά της κοινωνίας και η υπερψήφιση του αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου αποτυπώνει για τους πολιτικούς αναλυτές την μετατόπιση προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

«Πιστεύουμε ότι είναι δίκαιο και εύλογο οι αιτούντες άσυλο που φέρνουν μαζί τους τόσα πολλά περιουσιακά στοιχεία να καλύπτουν με ορισμένα από αυτά το κόστος του φαγητού και της φιλοξενίας τους ενόσω είναι σε εξέλιξη αυτή καθεαυτή η διαδικασία χορήγησης ασύλου», δήλωσε η υπουργός Εσωτερικών Ίνγκερ Στόιμπεργκ (Inger Støjberg), η οποία είχε παρουσιάσει χθες Κυριακή σε επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα κύρια σημεία του αναμενόμενου νόμου.
Έχω την σαφή εντύπωση ότι εμείς στη Δανία μεταχειριζόμαστε τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες με αξιοπρεπή και δίκαιο τρόπο - σε σύγκριση επίσης και με τα συστήματα άλλων κρατών-μελών. Όταν βοηθούμε τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες, αυτό αντανακλά μια βασική αρχή του κοινωνικού μας κράτους: ότι θέλουμε να βοηθήσουμε εκείνους που δεν μπορούν να φροντίσουν τους εαυτούς τους. Την ίδια στιγμή, παρόλα αυτά, αποτελεί επίσης σημαντική αρχή ότι αυτοί που μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους θα πρέπει να το κάνουν χωρίς κρατική στήριξη. Πιστεύω ότι αυτή είναι μια θεμελιώδης αρχή όχι μόνο στη Δανία, αλλά χωρίς αμφιβολία σε όλα τα κράτη-μέλη.

Μια φορά και έναν καιρό στη Μοσούλη

Στο σχετικό ρεπορτάζ του BBC, παρατίθεται βίντεο όπου οι Βρετανοί δημοσιογράφοι απευθύνουν σε πρόσφυγες την εξής ερώτηση: «τι είχατε μαζί σας όταν φτάσατε στην Ευρώπη;»

Ένας άντρας απαντά «πήρα μαζί μου το κλειδί του σπιτιού μου, ένα κινητό, φωτογραφίες της οικογένειάς μου και τριάντα δολάρια», ενός άλλος απαντά «τα άφησα όλα πίσω, γίνεται πόλεμος εκεί απ' όπου φύγαμε, εάν θέλουν αυτό το κινητό, ας το πάρουν» και μια γυναίκα απαντά «δεν μου έχει μείνει τίποτα, αν είχα κοσμήματα δεν θα ήμουν εδώ».

Και πράγματι. Ενάμιση χρόνο πριν, τα διεθνή ΜΜΕ κατακλύστηκαν από την είδηση ότι οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους κατέλαβαν τη Μοσούλη (Mosul). Στις 10 Ιουνίου 2014, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Ιράκ είδε τις μαύρες σημαίες του ISIS, μετά από εξαήμερη πολιορκία, να κυματίζουν στα κυβερνητικά κτίρια.

Δύο εβδομάδες μετά, ο Guardian θα φιλοξενούσε τις μαρτυρίες των Χριστιανών κατοίκων της πόλης που την είχαν εγκαταλείψει. Όπως αυτοί ανέφεραν, μέρες μετά την πτώση της Μοσούλης, οι τζιχαντιστές εισβολείς έδωσαν στην χριστιανική κοινότητα τελεσίγραφο: ή τα μέλη της θα ασπάζονταν το Ισλάμ και θα πλήρωναν τον Jezya -θρησκευτικό φόρο που επιβάλλει το χαλιφάτο στους απίστους- ή θα αντιμετώπιζαν τη θανατική ποινή, εκτός και αν εγκατέλειπαν την πόλη.

Τόσο στο ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας, όσο και σε αντίστοιχες μαρτυρίες που δημοσιοποίησε το γαλλικό δίκτυο France24 και άλλα Μέσα, καταγράφονται οι ίδιεςμαρτυρίες την κρίσιμη εκείνη εβδομάδα έως το Σάββατο 20 Ιουνίου, οπότε και έληγε τοτελεσίγραφο των τζιχαντιστών.

Ακόμα και οι Χριστιανοί κάτοικοι, που είχαν εγκαταλείψει την πόλη πριν από την πολιορκία και επέστρεψαν, ακούγοντας ότι οι τζιχαντιστές τις πρώτες ημέρες είχαν αφήσει ανενόχλητη την κοινότητά τους, άρχισαν να μαζεύουν ό,τι μπορούσαν για να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τα οποία οι φανατικοί είχαν μαρκάρει με το αραβικό γράμμα «Nun», από τη λέξη Nasrani (Ναζωραίοι).

Δεν πήγαν μακριά. Οι μαχητές του ISIS είχαν στήσει μπλόκα στις εξόδους της πόλης και ζητούσαν να δουν ταυτότητες. Σε όσους αναγραφόταν Nasrani, τούς έψαχναν και έπαιρναν ό,τι πολύτιμο εκείνοι κουβαλούσαν πάνω τους, με το πρόσχημα ότι τα υπάρχοντά τους αποτελούν περιουσία του Ισλαμικού Κράτους. Πήραν χρήματα, κοσμήματα, ακόμα και γαμήλιες βέρες, σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων άφησαν πίσω τον τόπο τους. Περίπου 1.600 οικογένειες ελέγχθηκαν με αυτόν τον τρόπο και τα σπίτια τους κατασχέθηκαν.

«Δεν υπήρξε ούτε μία οικογένεια που να έφυγε και να μην τη λήστεψαν. Πήραν τα χρήματά μας, τα χρυσαφικά, ακόμα και τα σκουλαρίκια από τα αυτιά των γυναικών. Πήραν τα πάντα, ακόμα και τα κινητά τηλέφωνα», ήταν η μαρτυρία 52χρονου πατέρα δύο παιδιών, που είχε καταφύγει στο Ιρμπίλ (Irbil) και τις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Κούρδων και την οποία παραθέτει ο Guardian.

Οι άνθρωποι αυτοί γεννήθηκαν και έζησαν σε μία από τις αρχαιότερες χριστιανικές κοινότητες του κόσμου, όπου ο Χριστιανισμός άνθησε αιώνες πριν από ότι στη Σλοβακία του πρωθυπουργού που δέχεται μόνο Χριστιανούς πρόσφυγες ή τη Δανία.

Είναι σίγουρο ότι αν οι άνθρωποι αυτοί αποφάσιζαν στην απελπισία τους να φύγουν προς την Ευρώπη και κατάφερναν να φτάσουν στα σύνορα της Βόρειας Θάλασσας, οι αρχές της Κοπεγχάγης δεν θα μπορούσαν να κατάσχουν ούτε χρήματα, ούτε κοσμήματα για να χρηματοδοτήσουν την παραμονή των προσφύγων, όπως προβλέπει αυτό που ο Δανός πρωθυπουργός αποκάλεσε το «πιο παρεξηγημένο νομοσχέδιο στην ιστορία της Δανίας». Θα τα είχαν πάρει πρώτοι οι τζιχαντιστές στη Μοσούλη.

Κάποια άλλοι, όμως, που μπορεί να αποδείχθηκαν πιο τυχεροί και πρόλαβαν να γλιτώσουν, φεύγοντας, λίγα από τα υπάρχοντά τους, και μετά διέσχισαν εκατοντάδες χιλιόμετρα στα χνάρια του Αποστόλου Παύλου προς την Ευρώπη, θα πρέπει τώρα να υπολογίσουν σε ξενοφοβικές κορώνες την απρονοησία τους να μοιάζουν με «πλούσιους» πρόσφυγες, καθώς πληθαίνουν στη Γηραιά Ήπειρο οι φωνές που δεν τους θέλουν, που πριν απορούσαν γιατί έχουν μαζί τους κινητά και τώρα απορούν γιατί υπάρχουν.

Αυτά που δεν κατάφεραν να τους πάρουν οι τζιχαντιστές σε Συρία, Ιράκ και Αφγανιστάν, θα τα πάρει η κυβέρνηση της 14ης πλουσιότερης οικονομίας της Ευρώπης, για να χρηματοδοτήσει τη στέγαση και τη σίτισή τους, με το επιχείρημα ότι ο ίδιος νόμος ισχύει και για τους πολίτες της χώρες που αιτούνται κοινωνικών επιδομάτων· οι οποίοι βέβαια διατηρούν (ευτυχώς) το δικαίωμα να παραμείνουν οι οικογένειές τους ενωμένες.

Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) θεωρεί ότι το νομοσχέδιο τρέφει «τον φόβο και την ξενοφοβία».

Ίσως, όμως, κάνει κάτι χειρότερο, καθώς στα μάτια του καταδιωγμένου εκείνο το μπλόκο στη Μοσούλη πιθανόν να μην φαντάζει πια τόσο διαφορετικό από τα μπλόκα που ορθώνονται στη Γη της Επαγγελίας.