Μπάιντεν
© AFP 2020 / Jim Watson
Η 20ή Ιανουαρίου θα έπρεπε να είναι μια ημέρα γιορτής για την ανθρωπότητα. Ένας από τους πιο μεγαλομανείς, μονομανείς και σεξομανείς Προέδρους στην ιστορία του αμερικανικού κράτους αποχωρούσε από τον Λευκό Οίκο.

Οι εκατοντάδες σημαίες, όμως, που κυμάτιζαν στην τελετή ορκωμοσίας του Τζο Μπάιντεν -εκεί όπου θα έπρεπε να στέκονται δεκάδες χιλιάδες πολίτες- παρέπεμπαν σε κηδεία και όχι σε μια γιορτή της δημοκρατίας. Όσο για τα πρωτοφανή μέτρα προστασίας, θύμιζαν την πρόβα τζενεράλε ενός αστυνομικού και στρατιωτικού κράτους που ετοιμάζεται να επιβάλλει τη θέλησή του εντός και εκτός των τειχών.

Προφανώς, ακόμη και επάνω στα αποκαΐδια της αμερικανικής δημοκρατίας, εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ αισιοδοξούν ότι στις πρώτες 100 ημέρες της προεδρίας Μπάιντεν, θα διορθωθούν ορισμένες από τις πιο κραυγαλέες κινήσεις του προηγούμενου Προέδρου.

Τα πρώτα προεδρικά διατάγματα, με τα οποία επανέφερε τις ΗΠΑ στη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, διέκοψε την κατασκευή του φαραωνικού τείχους στα σύνορα με το Μεξικό και επανακαθόρισε την πολιτική για την αντιμετώπιση της πανδημίας, αποτέλεσαν ενέσεις λογικής σε ένα παράλογο πολιτικό σύμπαν.

Ακόμη όμως και αν η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών καταφέρει να επιβάλλει ορισμένα μέτρα προσωρινής ανακούφισης του πληθυσμού, απέναντι στην οικονομική καταστροφή που βρίσκεται προ των πυλών, ο υπόλοιπος πλανήτης δεν έχει να προσδοκά τίποτα από τον Τζο Μπάιντεν.

Προφανώς ορισμένες οργανώσεις του ΟΗΕ θα δουν τους Αμερικανούς διπλωμάτες να επιστρέφουν στα γραφεία τους και κάποιες υπηρεσίες αρωγής θα ξαναδούν αμερικανικά κεφάλαια στα ταμεία τους. Αυτές οι αλλαγές όμως δεν μπορούν να αλλάξουν τη γενική εικόνα.

Ο Λευκός Οίκος καλείται να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη αμφισβήτηση της εξουσίας του από δημιουργίας του αμερικανικού κράτους και μάλιστα σε συνθήκες πανδημίας και παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Καθώς το δημόσιο χρέος της χώρας εκτινάχθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια από τα 7 στα 21,5 τρισεκατομμύρια και τα εργαλεία ανατροφοδότησής του ελαχιστοποιούνται, η υπερδύναμη χάνει σημαντικά μέσα άσκησης οικονομικής διπλωματίας. Ως εκ τούτου θα στηρίζεται ακόμη περισσότερο στον στρατιωτικό της πυλώνα.

Το μεγάλο παιχνίδι με τη Ρωσία και την Κίνα

Όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές στο παρελθόν, η μοναδική, άξια λόγου, αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στα χρόνια του Τραμπ ήταν η ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων με την Τεχεράνη.

Τίποτα δεν άλλαξε όμως στην επιθετικότητα απέναντι στο Πεκίνο, αλλά ούτε και τη Μόσχα (παρά τις περί του αντιθέτου συνωμοσιολογικές θεωρίες των Δημοκρατικών).

Ο Μπάιντεν θα κινηθεί στην ίδια γραμμή προσπαθώντας να απομονώσει με στρατιωτικά και οικονομικά μέσα την Κίνα και τη Ρωσία. Η σινοφοβία και η ρωσοφοβία, που καλλιεργούνται για να δικαιολογήσουν αυτή την επιθετική πολιτική, θα κλιμακωθούν τους επόμενους τρεις μήνες, δημιουργώντας πολλαπλά σημεία έντασης σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη σκιά αυτής της μεγάλης αντιπαράθεσης θα κινηθούν δυστυχώς και οι εξελίξεις στη δική μας γειτονιά.

Η στάση της Ουάσιγκτον έναντι της Αθήνας θα καθοριστεί, για άλλη μια φορά, σαν αντανάκλαση της πολιτικής που θα τηρήσει απέναντι στην Άγκυρα. Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ «θερμαίνει» ή «ψυχραίνει», παραδείγματος χάριν, τη στάση του απέναντι στην Ταϊβάν, ανάλογα με τον βαθμό πίεσης που θέλει να ασκήσει στην Κίνα, έτσι και η Ελλάδα αποτελεί το θερμόμετρο, αλλά και το πιόνι απέναντι στην Τουρκία.

Είναι γεγονός ότι μια σειρά δηλώσεων στενών συνεργατών του Μπάιντεν εναντίον του Ερντογάν προκαλεί ελπίδες σε αρκετούς αναλυτές ότι, σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου θα «σφίξει το λουρί» στον Τούρκο πρωθυπουργό.

Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι η νέα αμερικανική διακυβέρνηση θα διατηρήσει και θα κλιμακώσει τις κυρώσεις για την αγορά από την Τουρκία των ρωσικών S-400 και θα αναθερμάνει τις σχέσεις με τους Κούρδους της Συρίας, τους οποίους ο Τραμπ εγκατέλειψε στην τύχη τους.

Φουσκώνοντας υπέρμετρα αυτές τις εκτιμήσεις, Έλληνες αναλυτές φτάνουν να προβλέπουν (για χιλιοστή φορά) μια πραγματική ρήξη ΗΠΑ-Τουρκίας. Όπως σημείωνε όμως, πολύ εύστοχα, το δίκτυο CNBC, οι ΗΠΑ και η Τουρκία θυμίζουν απλώς ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που γκρινιάζει νυχθημερόν, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να πάρει διαζύγιο.

Ο Λευκός Οίκος γνωρίζει ότι κλιμάκωση των κυρώσεων θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις για την οικονομία της Τουρκίας ή οποία θα στραφεί περισσότερο προς τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα.

Σε αντίθεση μάλιστα με τον Τραμπ, ο οποίος ήταν «αναγκασμένος» να λάβει ορισμένα, έστω και μετριοπαθή μέτρα εναντίον της Άγκυρας, για να αποδείξει ότι την τιμωρεί για την αγορά οπλικών συστημάτων από τρίτες χώρες, ο Μπάιντεν δεν κουβαλά τέτοια βαρίδια.

Αν το αποφασίσει μπορεί κάλλιστα να επιρρίψει την ευθύνη της προηγούμενης αποτυχίας στην προεδρία Τραμπ και να εμφανιστεί σε ρόλο γεφυροποιού. Αν μάλιστα η Άγκυρα συνεχίσει τις κινήσεις προσέγγισης με το Τελ Αβίβ, που διαφάνηκαν το 2020, ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θα αισθάνεται την καυτή ανάσα των ισραηλινών λόμπι στην Ουάσινγκτον, που μέχρι πρότινος ζητούσαν την κεφαλή του Ερντογάν επί πίνακι.

Ούτε μπορεί να είναι κανείς τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι ο Μπάιντεν θα θελήσει να τιμωρήσει την Τουρκία για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της χώρας.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί (έστω και συμβολικά) μόνο εάν η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών αποφάσιζε να ασκήσει πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Αφοσιωμένη όμως στα γιγαντιαία εσωτερικά προβλήματα της χώρας, θα αφήσει τους γνωστούς ιέρακες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου να ξεδιπλώσουν τους μακιαβελικούς τους σχεδιασμούς.

Προφανώς η πάντα εκρηκτική προσωπικότητα του Ερντογάν θα μπορούσε να τινάξει όλες αυτές τις υποθέσεις στον αέρα. Η μεταπολεμική ιστορία όμως των τουρκοαμερικανικών σχέσεων έχει αποδείξει ότι τα πρόσωπα μπορεί να επιταχύνουν τις εξελίξεις, αλλά δεν αλλάζουν τα δεδομένα της γεωπολιτικής σκακιέρας στην ανατολική Μεσόγειο.

Ο Ερντογάν όχι μόνο δεν φαίνεται να τραβά το σχοινί της αντιπαράθεσης, αλλά έτεινε χείρα φιλίας διά του συμβούλου του Ιμπραήμ Καλίν. «Οι επαφές μας με τη μεταβατική κυβέρνηση» δήλωσε προ ημερών ο Καλίν «είναι πολύ θετικές».

Η ελπίδα λοιπόν της Αθήνας ότι θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την αντιπαράθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με την Τουρκία για να προωθεί τις δικές της θέσεις, ίσως αποδειχθεί ένα όμορφο όνειρο που δεν κράτησε πολύ.